καθυφίημι

καθυφ-ίημι,
A give up, surrender treacherously, [καιρὸν]

ἐάν τις ἑκὼν καθυφῇ τοῖς ἐναντίοις καὶ προδῷ D.19.6

, cf. 16.18, al.;

τὰ τῆς πόλεως Id.58.6

, cf. Luc.Prom.5; esp. in a lawsuit, κ. τὸν ἀγῶνα conduct it collusively, compromise it, D.21.151;

οὐ μόνον τῷ μὴ καθυφεῖναι ταῦτα σεμνύνομαι Id.18.107

: abs., καθυφέντων τῶν κατηγόρων when they let the action drop, Id.23.96.
II [voice] Med., καθυφίεσθαί τινι give way, yield, c. dat. pers., X.HG2.4.23; ἔν τινι slacken,

ἐν μάχαις Polyaen.8.24.1

: abs., Luc.Abd.7.
2 [voice] Med., with [tense] pf. [voice] Pass., used trans. like the [voice] Act.,

εἰ καθυφείμεθά τι τῶν πραγμάτων D. 3.8

;

καθυφεῖντο ἑαυτούς Plb.3.60.4

;

ἐπ' ἀργυρίῳ τὸ τίμημα καθυφειμένος Plu.Cic.8

;

οὐδὲν . . καθυφηκάμην J.BJ2.16.4

; -ίενται τὴν τοῦ

ἑνὸς τιμήν Ph.2.220

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυφίημι — (Α) (επιτατ. τού υφίημι) 1. παραμελώ με δόλιο τρόπο, προδίδω («καιρὸν ἐάν τις ἑκὼν καθυφῆ τοῑς ἐναντίοις καὶ προδῶ», Δημοσθ.) 2. (για συνηγόρους ή κατηγόρους) συνεννοούμαι κρυφά για να κερδίσει ο αντίδικος, καταπροδίδω τη δίκη, διεξάγω δίκη με… …   Dictionary of Greek

  • καθυφίημι — give up pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφίει — καθυφίημι give up pres imperat act 2nd sg καθυφίημι give up pres imperat act 2nd sg καθυφί̱ει , καθυφίημι give up imperf ind act 3rd sg (attic epic) καθυφίημι give up imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφείμεθα — καθυφίημι give up aor ind mid 1st pl καθυφίημι give up plup ind mp 1st pl καθυφίημι give up perf ind mp 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφίησι — καθυφίημι give up pres ind act 3rd sg καθυφίημι give up pres subj act 3rd sg (epic) καθυφίημι give up pres subj mp 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφίησιν — καθυφίημι give up pres ind act 3rd sg καθυφίημι give up pres subj act 3rd sg (epic) καθυφίημι give up pres subj mp 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφεικότα — καθυφίημι give up perf part act neut nom/voc/acc pl καθυφίημι give up perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφειμένον — καθυφίημι give up perf part mp masc acc sg καθυφίημι give up perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφεῖεν — καθυφίημι give up aor opt act 3rd pl καθυφίημι give up aor opt act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφεῖκε — καθυφίημι give up perf imperat act 2nd sg καθυφίημι give up perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυφεῖκεν — καθυφίημι give up plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) καθυφίημι give up perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.